Η φύλαξη του πρώτου εκτελεστού απογράφου κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς χωρίς αυτό, δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος, με συνέπεια την αδυναμία μας να αξιώσουμε τις απαιτήσεις μας κατά τινός. Τούτο επιρρωνύεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 918 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία: «Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (Απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του Ελληνικού Λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο.».
Σύμφωνα με το άρθρο 918 παρ. 2 ΚΠολΔ: «Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται:
α) σε αποφάσεις, διαταγές πληρωμής ή απόδοσης μισθίου που εκδίδονται από ορισθέντα δικηγόρο ή άλλες διαταγές ελληνικών δικαστηρίων, από τον δικαστή που εξέδωσε την απόφαση ή τη διαταγή ή από τον δικηγόρο που εξέδωσε τη διαταγή και αν πρόκειται για απόφαση πολυμελούς δικαστηρίου, από τον Πρόεδρο,
β) σε πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων, από τον δικαστή που δίκασε, και αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο από τον Πρόεδρο,
γ) σε συμβολαιογραφικά έγγραφα, από τον συμβολαιογράφο,
δ) σε διαιτητικές αποφάσεις, από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου στη γραμματεία του οποίου έχουν κατατεθεί,
ε) σε αλλοδαπούς τίτλους, καθώς και στις αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις, από τον δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου που τους κήρυξε εκτελεστούς.».
Τί γίνεται όμως στην περίπτωση, όπου έχει εκδοθεί μία διαταγή πληρωμής, και έχουμε απωλέσει το πρώτο εκτελεστό απόγραφό της;
Βάσει της τρίτης παραγράφου του αυτού άρθρου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, «Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο.».
Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως χορήγηση δευτέρου εκτελεστού απογράφου μίας διαταγής πληρωμής, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον ζητείται από τον έχοντα έννομο συμφέρον, λόγω απώλειας του πρώτου, και κυρίως για σοβαρούς λόγους.
Η διαδικασία έκδοσης και χορήγησης του δευτέρου εκτελεστού απογράφου γίνεται στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, από το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Πλέον στα Μονομελή Πρωτοδικεία απευθυνόμαστε και για τις διαταγές πληρωμής, οι οποίες εξεδόθησαν από τα Ειρηνοδικεία.
Σύμφωνα με την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 918 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, «Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνηθεί να το δώσει, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, με την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 686 επ.».
Αυτό που είθισται να συμβαίνει, είναι η κατάθεση μίας αίτησης στον Πρόεδρο Υπηρεσίας του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, δυνάμει της οποίας αιτούμαστε την έκδοση και χορήγηση δευτέρου εκτελεστού απογράφου εκδοθείσης διαταγής πληρωμής. Σε αυτήν την αίτηση κρίνεται απαραίτητο να θεμελωθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος, καθώς και να αναλυθεί ο λόγος για τον οποίον ζητείται η έκδοση δευτέρου εκτελεστού απογράφου. Φυσικά, ορθό είναι να αναφερθεί και να αποδειχθεί και το γεγονός ότι έως τον χρόνο αίτησης έκδοσης του δευτέρου απογράφου, δεν έχει γίνει χρήση του πρώτου εκτελεστού απογράφου και δεν έχουν χωρήσει ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Κατά τη συνήθη πρακτική, ο Πρόεδρος Υπηρεσίας απορρίπτει την αίτηση αυτή. Με την έγγραφη απόρριψη του Προέδρου Υπηρεσίας, κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του αυτού Μονομελούς Πρωτοδικείου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία ορίζεται μία σύντομη δικάσιμος. Σε αυτήν την αίτηση, καθώς και στο σημείωμα, πρέπει εκ νέου να θεμελωθεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος, καθώς και να αναλυθεί ο λόγος για τον οποίον ζητείται η έκδοση δευτέρου εκτελεστού απογράφου.
Μετά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων, εκδίδεται η απόφαση, η οποία εφόσον κρίνει δεκτή την αίτηση, προσκομίζεται στο αρμόδιο τμήμα του Μονομελούς Πρωτοδικείου μαζί με το βιβλίο όπου κρατείται η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, και εκδίδεται δεύτερο εκτελεστό απόγραφο της διαταγής αυτής.
Πρόκειται για μία διαδικασία, σχετικά ταχεία, η οποία όμως θέλει προσοχή στη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός μας, καθώς και στην τεκμηρίωση των λόγων εκείνων, για τους οποίους υποβάλλεται το αίτημα.





